ἑκατοστοεικοστός

ἑκᾰτοστο-εικοστός, ή, όν, 120
A th, Paul.Aeg.2.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκατοστοεικοστόν — ἑκατοστοεικοστός th masc acc sg ἑκατοστοεικοστός th neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατοστοεικοστήν — ἑκατοστοεικοστός th fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.